Μετάφραση του "boundless" σε Ελληνικά

Οι απεριόριστος, απέραντος, αστείρευτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boundless" σε Ελληνικά.

boundless adjective γραμματική

Without bounds, unbounded. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απεριόριστος

    adjective masculine

    Boundless Informant is a program that the NSA hid from Congress.

    O «Απεριόριστος Πληροφοριοδότης» είναι ένα πρόγραμμα που έκρυψε η NSA από το Κογκρέσο.

  • απέραντος

    adjective

    smallness, your humanity and become boundless within me.

    μικρότητες, την ανθρωπιά σου και γίνε απέραντος μαζί μου.

  • αστείρευτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boundless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boundless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη