Μετάφραση του "bounder" σε Ελληνικά
Το αγροίκος είναι η μετάφραση του "bounder" σε Ελληνικά.
bounder
noun
γραμματική
Something that bounds or jumps. [..]
-
αγροίκος
adjective noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bounder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη