Μετάφραση του "bounds" σε Ελληνικά

Οι δεσμά, όριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bounds" σε Ελληνικά.

bounds verb noun

Plural form of bound. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμά

    noun plural

    And some former foes have been bound together in unbreakable bonds of brotherhood and unity.

    Και μερικοί πρώην εχθροί ενώθηκαν με τους αδιάρρηκτους δεσμούς της αδελφοσύνης και της ενότητος.

  • όριο

    noun neuter

    Moreover, no bounds are expressly set to the range of gambling activities which may be excluded.

    Επιπλέον, δεν τίθεται ρητά κανένα όριο στον κύκλο των δραστηριοτήτων που μπορούν να μην συμπεριληφθούν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bounds " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bounds" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bounds" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη