Μετάφραση του "broader" σε Ελληνικά
Το ευρύτερος είναι η μετάφραση του "broader" σε Ελληνικά.
broader
adjective
comparative form of broad: more broad [..]
-
ευρύτερος
There may, however, be a need to examine the broader economic impact of present liability regimes.
Ωστόσο, ενδέχεται να χρειαστεί να εξεταστεί ο ευρύτερος οικονομικός αντίκτυπος των καθεστώτων ευθύνης που ισχύουν σήμερα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " broader " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη