Μετάφραση του "broadly" σε Ελληνικά
Οι γενικώς, γενικά, ευρέως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broadly" σε Ελληνικά.
In a wide manner, liberally, in a loose sense. [..]
-
γενικώς
adverbWithout reference to specific details.
The organisations are broadly supportive of the measures the Commission has proposed.
Οι προαναφερθέντες φορείς υποστηρίζουν γενικώς τα μέτρα που πρότεινε η Επιτροπή.
-
γενικά
adverbI am putting it slightly more broadly than the honourable Member did, but very deliberately so.
Το διατυπώνω λίγο πιο γενικά απ' ό,τι η αξιότιμη βουλευτής, αλλά το κάνω σκοπίμως.
-
ευρέως
adverbThe key question is how broadly or narrowly the concept of ‘territory’ must be interpreted.
Ουσιαστικώς, το βασικό ζήτημα είναι πόσο ευρέως ή στενώς μπορεί να νοείται ένα «έδαφος».
-
πλατιά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " broadly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "broadly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γενικώς