Μετάφραση του "broadness" σε Ελληνικά

Οι πλάτος, φάρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "broadness" σε Ελληνικά.

broadness noun γραμματική

The characteristic of being broad. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλάτος

    noun

    Countries like Poland have unused broad gauge track.

    Χώρες όπως η Πολωνία διαθέτουν αχρησιμοποίητες γραμμές μεγάλου πλάτους.

  • φάρδος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " broadness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "broadness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πλατύφυλλος
  • General and sweeping in scope but lacking in detail and finesse
  • κουκί · κουκιά · κουκκί · φάβα
  • άλμα εις μήκος
  • μέρα μεσημέρι · ντάλα μεσημέρι
  • πλατύγυρος
  • απέραντη · απέραντο · απέραντος · γενικός · γκόμενα · γυναίκα · εκτενές · εκτενής · εκτεταμένος · ευρύς · μέγας · μανούλι · πλατύ μέρος αντικειμένου · πλατύς · φαρδύς · φιλελεύθερος
  • Κουκιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "broadness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη