Μετάφραση του "burning" σε Ελληνικά

Οι καύση, κάψιμο, καυτερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "burning" σε Ελληνικά.

burning adjective noun verb γραμματική

Present participle of burn. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καύση

    noun feminine

    fire

    A fine black powder obtained by burning animal bones in a closed container.

    Λεπτή μαύρη σκόνη που λαμβάνεται με καύση οστών ζώων σε κλειστό δοχείο.

  • κάψιμο

    neuter

    The burn on your hand is concerning, but not nearly so much as these blood work reports.

    Tο κάψιμο στο χέρι σου είναι σχετικό, αλλά όχι τόσο όσο αυτές οι αναφορές αίματος.

  • καυτερός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φλεγόμενος
    • διακαής
    • αναμμένος
    • ηλεκτροπληξία
    • πυρά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " burning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "burning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γλωσσαλγία
  • θυμιάζω · λιβανίζω
  • ελεγχόμενη καύση
  • Έγκαυμα · έγκαυμα · απανθρακώνω · αποτεφρώνω · εγγραφή · ζεματίζω · κάψιμο · καίγομαι · καίομαι · καίω · καταστρέφω · καυτηριάζω · καύση · καύσος · μαύρισμα · πυρπολώ · ρυάκι
  • έχω λεφτά για πέταμα · μου περισσεύουνε
  • Ρίτσαρντ Μπερνς
  • φλέγον ζήτημα
  • παθαίνω χουνέρι · την πατάω · τσουρουφλίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "burning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη