Μετάφραση του "cancel" σε Ελληνικά

Οι ακυρώνω, διαγράφω, ματαίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cancel" σε Ελληνικά.

cancel verb noun γραμματική

(transitive) To mark something (such as a used postage stamp) so that it can't be reused. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρώνω

    verb

    mark to prevent reuse [..]

    The company cancelled the project.

    Η εταιρεία ακύρωσε το σχέδιο.

  • διαγράφω

    verb

    cross out

    It is in the discretion of the government to cancel the relevant appropriations by any amount.

    Η κυβέρνηση έχει τη διακριτική ευχέρεια να διαγράψει οποιοδήποτε ποσό σχετικών πιστώσεων.

  • ματαίωση

    noun feminine

    cancellation

    Carriers may not otherwise cancel or reschedule flights.

    Δεν επιτρέπεται η κατ' άλλον τρόπο ματαίωση ή μετάθεση της εκτέλεσης των πτήσεων από τον αερομεταφορέα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακύρωση
    • αντισταθμίζω
    • ματαιώνω
    • διαγραφή
    • ακυρώσει
    • αθωώνω
    • ανακαλώ
    • καταργώ
    • αναβάλλω
    • αναστέλλω
    • αναίρεση
    • παραβιάζω
    • σβήνω
    • αθετώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cancel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cancel

A button that stops the task in progress and returns to the previous state.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άκυρο

    A button that stops the task in progress and returns to the previous state.

    Cancel that call, Moss.

    Άκυρο το τηλεφώνημα, Μος.

  • Ακυρώνω, διαγράφω

Φράσεις παρόμοιες με "cancel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cancel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη