Μετάφραση του "carefully" σε Ελληνικά

Οι προσεκτικός, προσεχτικά, επιμελώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carefully" σε Ελληνικά.

carefully adverb γραμματική

With attention to the result. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσεκτικός

    adjective masculine

    Tom listened carefully, but he didn't hear anything.

    Ο Θωμάς άκουσε προσεκτικά, μα δεν άκουσε τίποτα.

  • προσεχτικά

    You need to think carefully about your costume.

    Πρέπει να σκεφτείς προσεχτικά για το μαγιό σου.

  • επιμελώς

    The dorsal and flank hair is carefully removed with small animal clippers.

    Αφαιρείται επιμελώς το τρίχωμα από την περιοχή της ράχης και των πλευρών με μικρή ξυριστική μηχανή για ζώα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσεκτικά
    • με προσεκτικές κινήσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carefully " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "carefully" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carefully" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη