Μετάφραση του "causality" σε Ελληνικά

Οι αιτιότητα, Αιτιότητα, αιτιολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causality" σε Ελληνικά.

causality noun γραμματική

The agency of a cause; the action or power of a cause, in producing its effect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτιότητα

    Noun feminine

    cause and consequence relationship [..]

    If we're dealing with causality, and I don't even know for sure.

    Εάν έχουμε να κάνουμε με την αιτιότητα, και δεν είμαι καν σίγουρος.

  • Αιτιότητα

    agency or efficacy that connects one process (the cause) with another process or state (the effect), where the first is understood to be partly responsible for the second, and the second is dependent on the first

    If we're dealing with causality, and I don't even know for sure.

    Εάν έχουμε να κάνουμε με την αιτιότητα, και δεν είμαι καν σίγουρος.

  • αιτιολογία

    noun

    Retrospectively in this registry, a small number of cases of neural tube defects, including meningomyelocele, have been reported but causality has not been established

    Αναδρομικά κατά την καταγραφή αυτή, έχει αναφερθεί ένας μικρός αριθμός περιπτώσεων ανωμαλιών του νευρικού πόρου, συμπεριλαμβανομένης της μηνιγγοκήλης, αλλά δεν έχει τεκμηριωθεί η αιτιολογία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νομοτέλεια
    • αιτιατό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " causality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "causality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "causality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη