Μετάφραση του "causative" σε Ελληνικά
Οι αιτιολογικός, αίτιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causative" σε Ελληνικά.
causative
adjective
noun
γραμματική
Acting as a cause. [..]
-
αιτιολογικός
adjective masculineTreatment should not be restarted until the patient is rehydrated and any precipitating causes have been corrected or controlled
Η αγωγή δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται μέχρις ότου ο ασθενής να επανενυδατωθεί και μέχρις ότου αντιμετωπιστεί ή ελεχθεί οποιοσδήποτε ενοχοποιούμενος αιτιολογικός παράγοντας
-
αίτιος
adjective masculinelinguistics
And I will not be the cause of any more suffering.
Και δεν θα γίνω αίτιος μεγαλύτερης δυστυχίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " causative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "causative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάζω φρένο σε
-
διάγραμμα αιτίου - αποτελέσματος
-
αποχρών λόγος · ενοχοποιητικό στοιχείο
-
προκάλεσε μόνο διαμάχες
-
αριθμός αιτίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη