Μετάφραση του "cause" σε Ελληνικά

Οι αιτία, προκαλώ, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cause" σε Ελληνικά.

cause verb noun γραμματική

The source or reason of an event or action [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτία

    noun feminine

    Source or reason of an event or action [..]

    I don't know the cause.

    Δε γνωρίζω την αιτία.

  • προκαλώ

    verb

    to set off an event or action

    What caused these injuries?

    Τι προκάλεσε αυτούς τους τραυματισμούς;

  • λόγος

    noun masculine

    Source or reason of an event or action

    But with something like this there's no one cause.

    Στη συγκεκριμέvη περίπτωση δεv υπάρχει έvας μόvο λόγος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοπός
    • αίτιο
    • αφορμή
    • υπόθεση
    • προξενώ
    • Αιτία
    • αγωγή
    • δίκη
    • δημιουργώ
    • πρόκληση
    • αγώνας
    • κίνηση
    • συμφέρον
    • πανικοβάλλω
    • διεγείρω
    • ιδανικό
    • ιδεώδες
    • οδηγώ σε
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cause " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cause
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αίτιο, προκαλώ

Φράσεις παρόμοιες με "cause" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cause" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη