Μετάφραση του "charm" σε Ελληνικά
Οι γοητεία, φυλαχτό, γοητεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charm" σε Ελληνικά.
charm
verb
noun
γραμματική
An object, act or words believed to have magic power. [..]
-
γοητεία
noun femininequality of inspiring delight or admiration
But even the ugliest monster has its charm, Tato.
Και το πιο φοβερό θηρίο έχει τη γοητεία του.
-
φυλαχτό
noun neutersomething with magic power
Liz Hawley's family made a positive id on the charm you found at the warehouse.
Η οικογένεια της Χόλει αναγνώρισε το φυλαχτό που βρήκες στην αποθήκη.
-
γοητεύω
verbWell, you'll change your tune when you see my girl turn on her charm.
Θα αλλάξεις γνώμη όταν δεις το κορίτσι μου να γοητεύει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψευτοστολίδι
- γούρι
- μαγεύω
- γητειά
- μαγεία
- θέλγητρο
- σαγηνεύω
- θέλγω
- παρασύρω
- προσελκύω
- σύμβολο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγαθός · αξιολάτρευτος · γοητευτική · γοητευτικό · γοητευτικός · ευγενικός · θελκτικός · μαγευτικός · σαγηνευτικός · χαριτωμένος
-
περνώ ζωή χαρισάμενη
-
πρίγκιπας του παραμυθιού · πριγκιπόπουλο του παραμυθιού
-
χαϊμαλί
-
κοκαλάκι τής νυχτερίδας
-
Οι Μάγισσες
-
γούρι · κοκαλάκι τής νυχτερίδας · πορτμπονέρ · φυλαχτό
-
τρίτη (φορά) και τυχερή · τρίτη και καλύτερη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη