Μετάφραση του "checker" σε Ελληνικά

Οι ελεγκτής, πούλι, ταμίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "checker" σε Ελληνικά.

checker verb noun γραμματική

One who checks something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεγκτής

    noun masculine masculine, feminine

    One who checks something

    The checker is only required to investigate when significant overstatements are evident.

    Ο ελεγκτής οφείλει να διερευνά μόνον περιπτώσεις εμφανούς διόγκωσης των δηλωθέντων στοιχείων.

  • πούλι

    noun neuter

    A playing piece in the game of checkers

    When I pulled him up, he still had a checker stuck to his forehead.

    Όταν τον σήκωσα είχε ένα πούλι κολλημένο στο μέτωπο.

  • ταμίας

    noun m;f masculine;feminine

    The clerk who tallies cost of purchases and accepts payment [..]

    Oh, well, for the fastest checker in the southwest, it's on the house.

    Λοιπόν, για τον ταχύτερο ταμία της περιφέρειας, κερνάει το μαγαζί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαρκαδόρος
    • ντάμα
    • πιόνι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " checker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "checker"

Φράσεις παρόμοιες με "checker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "checker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη