Μετάφραση του "circulate" σε Ελληνικά

Οι κυκλοφορώ, διανέμω, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circulate" σε Ελληνικά.

circulate verb γραμματική

(intransitive) to move in circles or through a circuit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυκλοφορώ

    verb

    Motorcycles circulate on public roads and therefore raise safety issues.

    Τα μοτοποδήλατα κυκλοφορούν σε δημόσιους δρόμους και συνεπώς υπάρχουν συναφή θέματα ασφάλειας.

  • διανέμω

    verb

    The Chair shall circulate in advance a provisional agenda and documents relating to the meeting.

    Ο πρόεδρος διανέμει εκ των προτέρων την προσωρινή ημερήσια διάταξη και τα έγγραφα που αφορούν τη συνεδρίαση.

  • μοιράζω

    verb

    He circulated them to a few of his buddies.

    Τα μοίρασε σε φίλους του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιφέρω
    • κατανέμω
    • απλώνομαι
    • διαδίδομαι
    • διαδίδω
    • κοινολογώ
    • προπαγανδίζω
    • σκορπώ
    • δίνω στη δημοσιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "circulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη