Μετάφραση του "circulation" σε Ελληνικά

Οι κυκλοφορία, διακίνηση, διανομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circulation" σε Ελληνικά.

circulation noun γραμματική

The act of moving in a circle, or in a course which brings the moving body to the place where its motion began. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυκλοφορία

    noun feminine

    The movement of the blood in the blood-vascular system [..]

    This paper has a large circulation.

    Αυτή η εφημερίδα έχει μεγάλη κυκλοφορία.

  • διακίνηση

    Adequate coordination will be required, involving in particular the efficient circulation of information.

    Θα πρέπει να υπάρξει επαρκής συντονισμός, ο οποίος απαιτεί κυρίως μία καλή διακίνηση της πληροφορίας.

  • διανομή

    noun feminine

    Transparency will be achieved by publishing the work programme and circulating it to interested bodies.

    Η διαφάνεια επιτυγχάνεται με τη δημοσίευση του προγράμματος εργασιών και τη διανομή του στα ενδιαφερόμενα μέρη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "circulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κυκλοφορητής φερρίτη
  • εξαφανίστηκε
  • κυκλοφορώ · ρέω
  • ελεύθερη κυκλοφορία
  • κυκλοφορία στους ωκεανούς
  • περιορισμένη διάδοση
  • απλώνομαι · δίνω στη δημοσιότητα · διαδίδομαι · διαδίδω · διανέμω · κατανέμω · κοινολογώ · κυκλοφορώ · μοιράζω · περιφέρω · προπαγανδίζω · σκορπώ
  • κυκλοφορεί ευρέως
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη