Μετάφραση του "circulative" σε Ελληνικά

Το κυκλοφοριακός είναι η μετάφραση του "circulative" σε Ελληνικά.

circulative adjective γραμματική

Promoting circulation; circulating. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυκλοφοριακός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circulative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "circulative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κυκλοφορητής φερρίτη
  • εξαφανίστηκε
  • κυκλοφορώ · ρέω
  • ελεύθερη κυκλοφορία
  • κυκλοφορία στους ωκεανούς
  • περιορισμένη διάδοση
  • απλώνομαι · δίνω στη δημοσιότητα · διαδίδομαι · διαδίδω · διανέμω · κατανέμω · κοινολογώ · κυκλοφορώ · μοιράζω · περιφέρω · προπαγανδίζω · σκορπώ
  • κυκλοφορεί ευρέως
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circulative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη