Μετάφραση του "collection" σε Ελληνικά
Οι συλλογή, δίσκος, σύνολο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collection" σε Ελληνικά.
A set of items or objects procured or gathered together by a person, group, or other agent. [..]
-
συλλογή
noun feminineset of items [..]
My hobby is collecting old coins.
Το χόμπι μου είναι η συλλογή παλιών νομισμάτων.
-
δίσκος
noun masculineYou used me to fill your collection plate every week.
Με χρησιμοποίησες για να γεμίζει ο δίσκος λεφτά κάθε βδομάδα.
-
σύνολο
noun neuterIn its wake an international system was established, comprising a collection of multilateral provisions.
Έκτοτε, τέθηκε σε εφαρμογή ένα διεθνές σύστημα αποτελούμενο από σύνολο πολυμερών διατάξεων .
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έρανος
- σωρός
- είσπραξη
- συσσώρευση
- απάνθισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " collection " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Collection" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Collection στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "collection"
Φράσεις παρόμοιες με "collection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαζί · μαζικά · ομαδικά · συλλήβδην · συλλογικά
-
Αυτοματοποιημένη συλλογή ναύλου
-
Μονάδα συλλογής δεδομένων
-
συλλογή άρθρων
-
Συλλογή Βοήθειας
-
συγκεντρώνομαι