Μετάφραση του "commitment" σε Ελληνικά

Οι δέσμευση, υποχρέωση, αφοσίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commitment" σε Ελληνικά.

commitment noun γραμματική

The act or an instance of committing, putting in charge, keeping, or trust, especially: [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέσμευση

    noun feminine

    The memory manager's current systemwide total of memory pages that have been committed to either physical memory or a page file.

    The parties also offer to establish a trustee to monitor the accomplishment of the commitments.

    Τα μέρη προτείνουν επίσης να προβλεφθεί ένας διαχειριστής που θα παρακολουθεί την υλοποίηση των δεσμεύσεων.

  • υποχρέωση

    noun feminine

    Implementation of commitment appropriations by policy area 107

    Εκτέλεση των πιστώσεων αναλήψεως υποχρεώσεων ανά τομέα πολιτικής 107

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φυλάκιση
    • δέσμευση, υποχρέωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commitment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Commitment
+ Προσθήκη

"Commitment" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Commitment στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "commitment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commitment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη