Μετάφραση του "committal" σε Ελληνικά
Το εγκλεισμός είναι η μετάφραση του "committal" σε Ελληνικά.
committal
adjective
noun
γραμματική
The act of entrusting something to someone. [..]
-
εγκλεισμός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " committal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "committal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπόσχομαι
-
γράψιμο · διαδικασία γραψίματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη