Μετάφραση του "committed" σε Ελληνικά
Οι αφοσιωμένος, δεσμευμένος, δοσμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "committed" σε Ελληνικά.
committed
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of commit. [..]
-
αφοσιωμένος
-
δεσμευμένος
-
δοσμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " committed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "committed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Being deeply invested in a situation, to the point where it's difficult or costly to back down, even though the outcome is uncertain , and even though walking away might be the wiser choice
-
απόλυτα αφοσιωμένος · φανατικά προσηλωμένος
-
δεσμευμένη κίνηση
-
δεσμευμένος πόρος
-
υπεσχημένη ημερομηνία
-
Δεσμευτικός ρυθμός πρόσβασης
-
διαπράττω
-
υπεσχημένος ρυθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη