Μετάφραση του "commodification" σε Ελληνικά

Οι εμπορευματοποίηση, εμπορικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commodification" σε Ελληνικά.

commodification noun γραμματική

The assignment of a commercial value to something previously valueless. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπορευματοποίηση

    noun

    η μεταβολή ενός κοινωνικού αγαθού, μιας κοινωνικής λειτουργίας σε αντικείμενο εμπορικής, οικονομικής συναλλαγής: ~ της παιδείας / της υγείας / της τέχνης. [ΛΚΝ]

  • εμπορικότητα

    noun

    η ιδιότητα του εμπορικού, η αξία ή η καταλληλότητα από εμπορική άποψη: H ~ ενός προϊόντος. H ~ ενός δρόμου. [ΛΚΝ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commodification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commodification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commodification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη