Μετάφραση του "comparative" σε Ελληνικά

Οι συγκριτικός, σχετικός, συγκριτικός βαθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comparative" σε Ελληνικά.

comparative adjective noun γραμματική

Of or relating to comparison. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκριτικός

    adjective masculine

    word in comparative form [..]

    My writing is wood compared to your wild constructions.

    Η γραφή μου είναι ξύλινη συγκριτικά με τις ατίθασες κατασκευές σου.

  • σχετικός

    adjective masculine

    A further aspect concerning geographical comparability is that different national practices are in place for collective households.

    Μια ακόμη πτυχή, σχετικά με τη γεωγραφική συγκρισιμότητα, είναι ότι ακολουθούνται διαφορετικές εθνικές πρακτικές για τα συλλογικά νοικοκυριά.

  • συγκριτικός βαθμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comparative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comparative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comparative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη