Μετάφραση του "comparative advantage" σε Ελληνικά
Οι συγκριτικό πλεονέκτημα, σχετικό πλεονέκτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comparative advantage" σε Ελληνικά.
comparative advantage
noun
the ability to produce a particular good at a lower relative opportunity cost than another producer
-
συγκριτικό πλεονέκτημα
-
σχετικό πλεονέκτημα
οικονομική θεωρία
The theory of comparative advantage teaches us that it is quite natural for a country to be ahead in certain sectors.
Είναι απολύτως φυσιολογικό και βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τη θεωρία για τα σχετικά πλεονεκτήματα να υπερέχει μία χώρα σε ορισμένους τομείς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " comparative advantage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη