Μετάφραση του "compeer" σε Ελληνικά
Οι ομότιμος, όμοιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compeer" σε Ελληνικά.
compeer
verb
noun
γραμματική
the equal or peer of someone else; someone who is a close companion or associate of someone else [..]
-
ομότιμος
noun -
όμοιος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compeer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη