Μετάφραση του "Compel" σε Ελληνικά

Οι Εξαναγκάζω, αναγκάζω, υποχρεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Compel" σε Ελληνικά.

Compel
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξαναγκάζω

    Those persons cannot compel the Commission to institute such proceedings .

    Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να εξαναγκάσουν την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή με τέτοιο αντικείμενο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Compel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

compel verb γραμματική

(transitive, archaic) (literally) To drive together, round up [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκάζω

    verb

    force, constrain or coerce

    It's what compels me to stay and search for my own.

    Είναι αυτό, που με αναγκάζει να μείνω και να αναζητήσω δική μου.

  • υποχρεώνω

    verb

    force, constrain or coerce

    Of course democracy compels us to take the Irish result into account, which we do.

    Φυσικά, η δημοκρατία μας υποχρεώνει να λάβουμε υπόψη το ιρλανδικό αποτέλεσμα, όπως και κάνουμε.

  • εξαναγκάζω

    verb

    Those persons cannot compel the Commission to institute such proceedings .

    Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να εξαναγκάσουν την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή με τέτοιο αντικείμενο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξωθώ
    • βιάζω

Φράσεις παρόμοιες με "Compel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εξαναγκασμένη σηματοδοσία
  • αναγκάζομαι να εγκαταλείψω την εστία μου
  • αναγκάζω
  • αδιάσειστο · επιβλητικός · επιτακτικός · καθηλωτικός · πειστικός · συναρπαστικός
  • αδιάσειστο · επιβλητικός · επιτακτικός · καθηλωτικός · πειστικός · συναρπαστικός
  • αδιάσειστο · επιβλητικός · επιτακτικός · καθηλωτικός · πειστικός · συναρπαστικός
  • αδιάσειστο · επιβλητικός · επιτακτικός · καθηλωτικός · πειστικός · συναρπαστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Compel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη