Μετάφραση του "compelling" σε Ελληνικά
Οι αδιάσειστο, επιβλητικός, επιτακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compelling" σε Ελληνικά.
compelling
adjective
verb
γραμματική
Present participle of compel. [..]
-
αδιάσειστο
-
επιβλητικός
AdjectivePersuasive, convincing, or attractive.
-
επιτακτικός
adjectiveThere must be plausible evidence demonstrating that the reason invoked can fairly be considered to be ‘compelling’.
Πρέπει να υπάρχουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύοντα ότι ο προβαλλόμενος λόγος μπορεί δικαίως να θεωρηθεί «επιτακτικός».
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθηλωτικός
- πειστικός
- συναρπαστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compelling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compelling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαναγκασμένη σηματοδοσία
-
Εξαναγκάζω
-
αναγκάζω · βιάζω · εξαναγκάζω · εξωθώ · υποχρεώνω
-
αναγκάζομαι να εγκαταλείψω την εστία μου
-
αναγκάζω
-
αναγκάζω · βιάζω · εξαναγκάζω · εξωθώ · υποχρεώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη