Μετάφραση του "compromising" σε Ελληνικά
Οι αποκαλυπτικός, συμβιβαζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compromising" σε Ελληνικά.
compromising
adjective
verb
γραμματική
Present participle of compromise. [..]
-
αποκαλυπτικός
Adjective -
συμβιβαζόμενος
It is not possible for one side to compromise and the other to remain in the same position.
Δεν είναι δυνατόν η μία πλευρά να συμβιβάζεται και η άλλη να παραμένει στην ίδια θέση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compromising " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compromising" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμβιβάζω
-
κάτι μεταξύ [+Γεν.] και [+Γεν.]
-
καταλήγω σε συμβιβασμό
-
παραβίαση απορρήτου
-
Συμβιβασμός · αμβλύνω · απειλώ · απεμπολώ · αποκαλύπτω · αφήνω κπ ακάλυπτο · βλάπτω · διακινδυνεύω · δυσφημίζω · εκθέτω · θέτω σε κίνδυνο · θίγω · θυσιάζω · κλονίζω · προδίδω · συμβιβάζομαι · συμβιβάζω · συμβιβασμός · συμβιβαστική λύση · χαντακώνω
-
θυσιάζω · κάνω συμβιβασμούς σε · προδίδω · συνθηκολογώ με
-
αλλοιώνομαι · διαβλητός · διακονισμένος · θέτω σε κίνδυνο
-
μέση λύση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη