Μετάφραση του "compulsive" σε Ελληνικά

Οι υποχρεωτικός, ψυχαναγκαστικός, -παθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compulsive" σε Ελληνικά.

compulsive adjective noun γραμματική

One who exhibits compulsive behaviours. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποχρεωτικός

    adjective
  • ψυχαναγκαστικός

    Look, I know my ex is a compulsive liar, but his story checks out so far.

    Κοίτα, ξέρω ο πρώην μου είναι ένας ψυχαναγκαστικός ψεύτης, αλλά η ιστορία του επαληθεύεται μέχρι τώρα.

  • -παθής

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μανιακός
    • παθολογικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compulsive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compulsive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παθολογικός χαρτοπαίκτης
  • αναγκαστικά · διά τής βίας · καταναγκαστικά · με εξαναγκασμό · με το ζόρι
  • αγκύλωση · βία · εξαναγκασμός · καταναγκασμός · πίεση · ψυχαναγκασμός
  • παθολογικός ψεύτης
  • οι ψυχαναγκαστικοί
  • ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
  • αγκύλωση · βία · εξαναγκασμός · καταναγκασμός · πίεση · ψυχαναγκασμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compulsive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη