Μετάφραση του "compulsion" σε Ελληνικά

Οι εξαναγκασμός, καταναγκασμός, ψυχαναγκασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compulsion" σε Ελληνικά.

compulsion noun γραμματική

An irrational need to perform some action, often despite negative consequences. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαναγκασμός

    masculine

    The compulsion is growing, so the time between acts is getting shorter and shorter.

    Ο εξαναγκασμός αυξάνεται, έτσι ο χρόνος μεταξύ των επιθέσεων γίνετε όλο και πιό σύντομος.

  • καταναγκασμός

    masculine

    Until we're sure the compulsion's not spreading anymore, you two aren't going anywhere near that facility.

    Μέχρι να σιγουρευτούμε ότι ο καταναγκασμός δεν εξαπλώνεται, δεν θα πλησιάσετε καν εκείνο το κτίριο.

  • ψυχαναγκασμός

    noun masculine

    All we know is that it manifests itself as a compulsion, an irresistible urge, against one's conscious wishes.

    Ξέρουμε ότι εκδηλώνετε απλά ως ψυχαναγκασμός, ένα ανεξήγητο θυμό, ενάντια στις συνειδητές επιθυμίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πίεση
    • βία
    • αγκύλωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compulsion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compulsion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παθολογικός χαρτοπαίκτης
  • αναγκαστικά · διά τής βίας · καταναγκαστικά · με εξαναγκασμό · με το ζόρι
  • -παθής · μανιακός · παθολογικός · υποχρεωτικός · ψυχαναγκαστικός
  • παθολογικός ψεύτης
  • οι ψυχαναγκαστικοί
  • ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
  • -παθής · μανιακός · παθολογικός · υποχρεωτικός · ψυχαναγκαστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compulsion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη