Μετάφραση του "concurrent" σε Ελληνικά
Οι ταυτόχρονος, σύμφωνος, ομόφωνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concurrent" σε Ελληνικά.
Happening at the same time; simultaneous. [..]
-
ταυτόχρονος
adjective masculineA concurrent objective is to stimulate research and development on novel materials and devices for special applications.
Άλλος ταυτόχρονος στόχος είναι να τονωθεί η έρευνα και η ανάπτυξη για νέα υλικά και συσκευές που θα χρησιμοποιούνται για ειδικές εφαρμογές.
-
σύμφωνος
AdjectiveHowever, the exercise by Member States of their concurrent competences in this field is strictly circumscribed and limited by existing Community law.
Εντούτοις, η άσκηση από τα κράτη μέλη των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα είναι αυστηρά ρυθμισμένη και οριοθετημένη σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία.
-
ομόφωνος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύγχρονος
- συμπίπτων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concurrent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ταυτόχρονος, συντρέχων
Εικόνες με "concurrent"
Φράσεις παρόμοιες με "concurrent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα ενημέρωσης εκδόσεων
-
παράλληλη λειτουργία
-
Έλεγχος Ταυτοχρονισμού
-
Σύγχρονη ανίχνευση σφάλματος
-
Ταυτοχρονισμός · ταυτόχρονη εκτέλεση · ταύτιση
-
ομοφωνία · συμφωνία · σύμπτωση · σύμπτωση απόψεων · ταύτιση
-
Σύγχρονη ανίχνευση σφάλματος
-
ταυτόχρονη πρόσβαση