Μετάφραση του "condense" σε Ελληνικά
Οι συμπυκνώνω, συνοψίζω, συγκεντρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condense" σε Ελληνικά.
condense
adjective
verb
γραμματική
(transitive) To decrease size or volume by concentration toward the essence. [..]
-
συμπυκνώνω
verbto decrease size or volume
-
συνοψίζω
verbHe sort of condenses everything from other self-help philosophies into...
Απλώς συνοψίζει όλα τα στοιχεία από άλλες φιλοσοφίες αυτοβοήθειας σε...
-
συγκεντρώνω
verbYou can't call on your lady with a book under your arm so I'm condensing it.
Δεν μπορείς να βγεις με την κυρία σου, κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι Έτσι τα συγκεντρώνω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πήζω
- πυκνώνω
- ρευστοποιώ
- συμπυκνώνομαι
- υγροποιούμαι
- υγροποιώ
- σφίγγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " condense " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "condense" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συμπύκνωση, υγροποίηση
-
προϊόν συμπύκνωσης · συμπύκνωμα · συμπύκνωση
-
Αντίδραση συμπύκνωσης σακχάρων
-
Φυσική συμπυκνωμένης ύλης
-
πυκνωτής · πυκνωτής, συμπυκνωτής · συμπυκνωτής · ψυκτήρας
-
περιληπτικός · συμπυκνωμένος · συνοπτικός
-
μικρόφωνο πυκνωτή
-
συμπυκνωμένο γάλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη