Μετάφραση του "condensed" σε Ελληνικά
Οι συμπυκνωμένος, περιληπτικός, συνοπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condensed" σε Ελληνικά.
Simple past tense and past participle of condense . [..]
-
συμπυκνωμένος
adjective masculinestate of having been condensed
The condensed smoke is however fractionated and purified during the production of smoke flavourings.
Ο συμπυκνωμένος καπνός ωστόσο υφίσταται κλασματικό διαχωρισμό και καθαρίζεται κατά την παραγωγή αρωμάτων καπνιστών τροφίμων.
-
περιληπτικός
And that doesn't help you, but you're getting the condensed version.
Δεν είναι αυτό που θέλεις, αλλά θα σου δώσω την περιληπτική έκδοση.
-
συνοπτικός
Adjectivea condensed separate income statement and a condensed statement of comprehensive income
συνοπτική ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων και συνοπτική κατάσταση συνολικών εσόδων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " condensed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "condensed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συμπύκνωση, υγροποίηση
-
προϊόν συμπύκνωσης · συμπύκνωμα · συμπύκνωση
-
Αντίδραση συμπύκνωσης σακχάρων
-
Φυσική συμπυκνωμένης ύλης
-
πυκνωτής · πυκνωτής, συμπυκνωτής · συμπυκνωτής · ψυκτήρας
-
μικρόφωνο πυκνωτή
-
συμπυκνωμένο γάλα
-
Συμπύκνωση · περίληψη · πύκνωση · συμπύκνωση · σύνοψη · υγροποίηση