Μετάφραση του "conductivity" σε Ελληνικά
Οι αγωγιμότητα, Αγωγιμότητα διαλυμάτων, αγωγιμότητα, ειδική αγωγιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conductivity" σε Ελληνικά.
conductivity
noun
γραμματική
The ability of a material to conduct electricity, heat, fluid or sound [..]
-
αγωγιμότητα
noun femininereciprocal of resistivity [..]
For leachates, conductivity must always be measured at least once a year.
Για τα στραγγίσματα, η αγωγιμότητα πρέπει να μετράται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο.
-
Αγωγιμότητα διαλυμάτων
-
αγωγιμότητα, ειδική αγωγιμότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conductivity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conductivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγώγιμο μελάνι
-
επιφανειακή αγωγιμότητα
-
αγωγιμότητα εδάφους
-
ιπποτισμός
-
διεγαγω,πραγματοποιω
-
Άγω, διεξάγω
-
Ανιχνευτής θερμικής αγωγιμότητας
-
Ηλεκτρική αγωγιμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη