Μετάφραση του "consequent" σε Ελληνικά
Οι επακόλουθος, απορρέων, ακόλουθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consequent" σε Ελληνικά.
(logic) The second half of a hypothetical proposition; Q, if the form of the proposition is "If P, then Q." [..]
-
επακόλουθος
adjective masculineof or pertaining to consequences
Subject: Conviction of Salvatore Cuffaro and consequent risk of Mafia infiltration of the Structural Funds in the Sicily Region
Θέμα: Καταδίκη του Salvatore Cuffaro και επακόλουθος κίνδυνος διείσδυσης της μαφίας στα διαρθρωτικά ταμεία στην περιφέρεια της Σικελίας
-
απορρέων
masculineas a result
-
ακόλουθος
adjective masculineA home affairs attaché has consequently been appointed at the Mission of Romania to the European Union.
Στα πλαίσια αυτά τοποθετήθηκε ακόλουθος εσωτερικών υποθέσεων στην αποστολή της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνεπής
- ακολουθία
- επακόλουθος, απορρέων
- προκύπτων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consequent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consequent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρα · έπειτα · ακολούθως · επομένως · κατά συνέπεια · μετά · συνεπώς · ύστερα
-
απώτερες συνέπειες
-
Προσφυγή στις επιπτώσεις
-
κατά συνέπεια
-
ανεπιθύμητες ενέργειες · απρόβλεπτες συνέπειες
-
Συνέπεια, αποτέλεσμα
-
ολέθριες συνέπειες
-
οικονομικές συνέπειες