Μετάφραση του "consequence" σε Ελληνικά

Οι συνέπεια, επακόλουθο, έκβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consequence" σε Ελληνικά.

consequence verb noun γραμματική

That which follows something on which it depends; that which is produced by a cause. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέπεια

    noun feminine

    a result of actions [..]

    On the contrary, it is more a matter of managing the consequences of budgetary indiscipline.

    Αντιθέτως, πρόκειται μάλλον για τη διαχείριση των συνεπειών της ελλείψεως δημοσιονομικής πειθαρχίας.

  • επακόλουθο

    noun neuter

    Both committees hold regular meetings in Brussels with consequent costs.

    Και οι δύο επιτροπές διεξήγαγαν τακτικές συνεδριάσεις στις Βρυξέλλες με το επακόλουθο κόστος.

  • έκβαση

    noun feminine

    Any other interpretation would, moreover, have particularly unpredictable consequences in the present case.

    Περαιτέρω, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα καθιστούσε ιδιαίτερα αβέβαιη την έκβαση της παρούσας υπόθεσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σημασία
    • ακολουθία
    • ακολούθημα
    • Λογική συνέπεια
    • σπουδαιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consequence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Consequence
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνέπεια, αποτέλεσμα

Φράσεις παρόμοιες με "consequence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consequence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη