Μετάφραση του "consequently" σε Ελληνικά

Οι συνεπώς, επομένως, ακολούθως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consequently" σε Ελληνικά.

consequently adverb γραμματική

(conjunctive) As a result or consequence of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεπώς

    adverb

    as a result or consequence

    Consequently, the cost is equal to the amount of capital invested in a project.

    Το κόστος συνεπώς ισούται με το ποσό του επενδεδυμένου στο σχέδιο κεφαλαίου.

  • επομένως

    adverb

    as a result or consequence

    40 As a consequence, it is necessary to examine the questions referred to the Court by the Bundesverwaltungsgericht.

    40 Πρέπει επομένως να εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht.

  • ακολούθως

    adverb

    The level of payment consequently reflects the total number of points obtained.

    Το ύψος του καταβαλλόμενου ποσού υπολογίζεται, ακολούθως, με βάση το σύνολο των μορίων που συγκεντρώθηκαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρα
    • έπειτα
    • ύστερα
    • μετά
    • κατά συνέπεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consequently " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consequently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consequently" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη