Μετάφραση του "constringent" σε Ελληνικά
Οι στυπτικός, συσταλτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constringent" σε Ελληνικά.
constringent
adjective
γραμματική
Having the quality of contracting, binding, or compressing.
-
στυπτικός
(ιατρ.) -
συσταλτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " constringent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "constringent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συστέλλω · συσφίγγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη