Μετάφραση του "constriction" σε Ελληνικά

Οι περιορισμός, σύσφιγξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constriction" σε Ελληνικά.

constriction noun γραμματική

The act of constricting, the state of being constricted, or something that constricts [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun masculine

    In many dystopian stories, the government imposes constrictions onto unwilling subjects.

    Σε πολλές δυστοπικές ιστορίες, η κυβέρνηση θέτει περιορισμούς σε απρόθυμους πολίτες.

  • σύσφιγξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constriction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constriction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνθλιπτικός
  • περιστέλλω
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
  • Συστολή στις κόρες των ματιών
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constriction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη