Μετάφραση του "constrictive" σε Ελληνικά

Το συνθλιπτικός είναι η μετάφραση του "constrictive" σε Ελληνικά.

constrictive adjective γραμματική

That constricts, or is accompanied by constriction [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνθλιπτικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constrictive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constrictive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιορισμός · σύσφιγξη
  • περιστέλλω
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
  • Συστολή στις κόρες των ματιών
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
  • αναστέλλω · περιορίζω · στενεύω · συμπιέζω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constrictive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη