Μετάφραση του "continually" σε Ελληνικά
Οι διαρκώς, συνεχώς, αδιάκοπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continually" σε Ελληνικά.
In a continuous manner; non-stop. [..]
-
διαρκώς
adverbWe can see that the share allocated to the French regions is continually shrinking.
Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το μερίδιο που κατανέμεται στις γαλλικές περιφέρειες συρρικνώνεται διαρκώς.
-
συνεχώς
adverbA strong wind blew continually, blowing sand that stung the skin and hurt the eyes.
Φυσούσε συνεχώς ένας ισχυρός άνεμος, μεταφέροντας άμμο που έκαιγε το δέρμα και έκανε τα μάτια να πονάνε.
-
αδιάκοπα
adverbThen must my earth with her continual tears become a deluge, overflowed and drowned.
Πρέπει η γη μου με τα αδιάκοπα δάκρυά της να κατακλυστεί και να πνιγεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνέχεια
- πάντοτε
- αδιαλείπτως
- ακατάπαυστα
- πάντα
- ασταμάτητα
- αέναα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " continually " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "continually" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα φίμωσης κωδικοποιημένο / ελεγχόμενο από συνεχή τόνο
-
Φαινομενικά συνεχές κύμα
-
Οπλισμού αλουμινίου συνεχούς συγκόλλησης
-
Συνεχής παρακολούθηση εκπομπών
-
Συνέχιση διόρθωσης