Μετάφραση του "continuative" σε Ελληνικά
Το συνεχιζόμενος είναι η μετάφραση του "continuative" σε Ελληνικά.
continuative
noun
adjective
γραμματική
Of or pertaining to continuation. [..]
-
συνεχιζόμενος
adjective masculineThe only description is horror, a continuing horror.
Η μόνη περιγραφή ήταν τρόμος, ένας συνεχιζόμενος τρόμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " continuative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "continuative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα φίμωσης κωδικοποιημένο / ελεγχόμενο από συνεχή τόνο
-
Φαινομενικά συνεχές κύμα
-
Οπλισμού αλουμινίου συνεχούς συγκόλλησης
-
Συνεχής παρακολούθηση εκπομπών
-
Συνέχιση διόρθωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη