Μετάφραση του "continuance" σε Ελληνικά

Οι συνέχιση, συνέχεια, εξακολούθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continuance" σε Ελληνικά.

continuance noun γραμματική

(uncountable) The action of continuing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέχιση

    noun feminine

    I request that funding should continue from the Community Tobacco Fund.

    Ζητώ τη συνέχιση της χρηματοδότησης του κοινοτικού ταμείου καπνού.

  • συνέχεια

    noun feminine

    However, this idea was later abandoned and the market continued to be oversupplied.

    Ωστόσο, η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια και εξακολούθησε να υπάρχει υπερβάλλουσα προσφορά στην αγορά.

  • εξακολούθηση

    noun

    Activities on permanent inventories should not continue under the present regulation.

    Δεν κρίνεται σκόπιμη η εξακολούθηση των δραστηριοτήτων κατάρτισης μόνιμων καταλόγων βάσει του παρόντος κανονισμού.

  • διάρκεια

    noun feminine

    The nitrogen must continue to pass through the solution during the assembly operation.

    Καθ' όλη τη διάρκεια της συναρμολόγησης πρέπει να διατηρείται η κυκλοφορία του αζώτου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " continuance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "continuance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "continuance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη