Μετάφραση του "contrite" σε Ελληνικά
Οι συντετριμμένος, μεταμελημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contrite" σε Ελληνικά.
contrite
adjective
noun
γραμματική
Sincerely penitent or feeling regret or sorrow, especially for one’s own actions; apologetic. [..]
-
συντετριμμένος
adjective masculineSincerely penitent
Yeah, that sounds like Molly, apologetic and contrite.
Ναι, αυτό ακούγεται σαν την Μόλι, απολογητική και συντετριμμένη.
-
μεταμελημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contrite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "contrite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θλίψη · λύπη · μετάνοια · μεταμέλεια · συντριβή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη