Μετάφραση του "controller" σε Ελληνικά

Οι ελεγκτής, διευθυντής, διαχειριστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "controller" σε Ελληνικά.

controller noun γραμματική

a person who controls something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεγκτής

    noun masculine

    mechanism that controls or regulates the operation of a machine [..]

    The financial controller may be assisted in his duties by one or more assistant financial controllers.

    Ο δημοσιονομικός ελεγκτής δύναται να επικουρείται στα καθήκοντά του από έναν ή περισσότερους βοηθούς δημοσιονομικούς ελεγκτές.

  • διευθυντής

    noun masculine

    comptroller

    - acting as "leader" coordinating and controlling operational projects on the ground, in particular in crisis situations;

    - ενεργεί ως «διευθυντής ορχήστρας» που συντονίζει και καθοδηγεί τις επιτόπιες επιχειρησιακές δράσεις, ιδίως σε περίπτωση κρίσης.

  • διαχειριστής

    noun masculine

    He is, on the other hand, in his capacity as director, part of the applicant's controlling organ.

    Αντιθέτως, ως διαχειριστής, είναι το «διευθύνον όργανό» της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λογιστής
    • χειριστήριο
    • ελεγκτής, μονάδα ελέγχου, ρυθμιστής
    • μηχανισμός ελέγχου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " controller " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Controller
+ Προσθήκη

"Controller" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Controller στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "controller"

Φράσεις παρόμοιες με "controller" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "controller" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη