Μετάφραση του "controversialist" σε Ελληνικά

Οι αμφισβητίας, αμφισβητών, συζητητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "controversialist" σε Ελληνικά.

controversialist noun γραμματική

One who regularly engages in public controversies. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφισβητίας

    Noun
  • αμφισβητών

    noun
  • συζητητής

    noun
  • πνεύμα αντιλογίας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " controversialist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "controversialist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη