Μετάφραση του "controversial" σε Ελληνικά
Οι αμφιλεγόμενος, επίμαχος, συζητήσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "controversial" σε Ελληνικά.
controversial
adjective
γραμματική
Arousing controversy—a debate or discussion of opposing opinions. [..]
-
αμφιλεγόμενος
adjective masculinearousing controversy
The government bribes the Senate to get it to pass a controversial labor law.
Η κυβέρνηση δωροδοκεί την Γερουσία για να μπορέσει να περάσει ένας αμφιλεγόμενος εργατικός νόμος.
-
επίμαχος
Sometimes shocking, always controversial.
Μερικές φορές σοκαριστικός, πάντοτε επίμαχος.
-
συζητήσιμος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αμφισβητούμενος
- αμφισβητήσιμος
- αντιλεγόμενος
- πολυσυζητούμενος
- σημείο τριβής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " controversial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "controversial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· έντονες συζητήσεις · αμφισβήτηση · αντιδράσεις · αντιλογία · αντιπαράθεση · διένεξη · διαμάχη · διαφωνία · διχογνωμία · σάλος · συζήτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη