Μετάφραση του "crawl" σε Ελληνικά

Οι έρπω, μπουσουλάω, κρόουλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crawl" σε Ελληνικά.

crawl verb noun γραμματική

(intransitive) To creep; to move slowly on hands and knees, or by dragging the body along the ground. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρπω

    verb

    to move along the ground on hands and knees

    it's when to walk and when to crawl.

    είναι το πότε θα περπατώ και πότε θα έρπω.

  • μπουσουλάω

    verb

    to move over an area on hands and knees

    My skeleton gradually got stronger, and I was able to sit up and crawl a little.

    Ο σκελετός μου σταδιακά δυνάμωσε, και μπορούσα να ανακάθομαι και να μπουσουλάω λιγάκι.

  • κρόουλ

    noun neuter

    swimming stroke

    All I have to do is push this button and it will crawl all by itself.

    Αν πατήσω αυτό το κουμπί, θ'αρχίσουν να κάνουν κρόουλ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω κρόουλ
    • σέρνομαι
    • έρπομαι
    • έρπομαι σε κάποιον
    • είδος κολύμβησης
    • προχωρώ αργά και με δυσκολία
    • ταπεινώνομαι
    • αρκουδίζω
    • μπουσουλώ
    • σύρσιμο
    • αναζητώ
    • πηγαίνω γονατιστός
    • στέκομαι κλαρίνο
    • στέκομαι σούζα
    • φέρομαι δουλοπρεπώς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crawl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Crawl
+ Προσθήκη

"Crawl" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Crawl στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "crawl"

Φράσεις παρόμοιες με "crawl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crawl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη