Μετάφραση του "crawling" σε Ελληνικά
Οι μπουσούλημα, έρποντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crawling" σε Ελληνικά.
crawling
noun
verb
γραμματική
Present participle of crawl. [..]
-
μπουσούλημα
nounSo can we please just let this crawling thing go?
Μπορούμε να κόψουμε τη συζήτηση για το μπουσούλημα τώρα;
-
έρποντας
I can hear those Chigs that ambushed us crawling up our six.
Μπορώ να ακούσω τους Τσιγκ να μας φτάνουν έρποντας πίσω μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crawling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crawling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεμάτος κόσμο
-
λογαριασμός ανίχνευσης
-
γεμάτος [+ουσ.]
-
έρπομαι · έρπομαι σε κάποιον · έρπω · αναζητώ · αρκουδίζω · είδος κολύμβησης · κάνω κρόουλ · κρόουλ · μπουσουλάω · μπουσουλώ · πηγαίνω γονατιστός · προχωρώ αργά και με δυσκολία · σέρνομαι · στέκομαι κλαρίνο · στέκομαι σούζα · σύρσιμο · ταπεινώνομαι · φέρομαι δουλοπρεπώς
-
πλήρης ανίχνευση
-
βγαίνω από το πετσί μου
-
έρπω · μπουσουλάω
-
επαυξητική ανίχνευση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη