Μετάφραση του "crevice" σε Ελληνικά

Οι σχισμή, ρωγμή, χαραμάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crevice" σε Ελληνικά.

crevice verb noun γραμματική

A narrow crack or fissure, in a rock or wall. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχισμή

    noun feminine

    The first thing we'll do is collapse this building into a giant crevice.

    Το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε θα ρίξουμε το κτίριο σε μια τεράστια σχισμή.

  • ρωγμή

    noun feminine

    A thin and usually jagged space opened in a previously solid material.

    As if he had slipped in through some crevice in time.

    Σαν να είχε γλιστρήσει μέσα από μια ρωγμή του χρόνου.

  • χαραμάδα

    noun feminine

    Dust storms cover every crevice of a house with fine brown powder.

    Οι αμμοθύελλες γεμίζουν κάθε χαραμάδα του σπιτιού με λεπτή καφετιά σκόνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crevice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crevice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη